Αποστολέας Θέμα: Λυντσάρισμα: Απέχθεια και Καταισχύνη! [anarchypress]  (Αναγνώστηκε 2116 φορές)
kthulu
Administrator
Forum Addict
*****
Αποσυνδεδεμένος Αποσυνδεδεμένος

Μηνύματα: 686



« στις: Ιούλιος 06, 2013, 12:39:05 μμ »


Λυντσάρισμα: Απέχθεια και Καταισχύνη!
[Απέχθεια και καταισχύνη, είναι δύο λέξεις που ταιριάζουν στα όσα συνέβησαν (για μία ακόμη φορά) κατά την διάρκεια της συγκέντρωσης και πορείας αλληλεγγύης (που έλαβε χώραν το Σάββατο 29 Ιουνίου) που συνοδεύτηκαν με λυντσαρίσματα, πλιάτσικο, φέρμα και ληστεία χρηματικού ποσού, βιντεοσκοπήσεις των «δρώμενων» και αναρτήσεις στο διαδίκτυο φωτογραφιών και ταυτοτήτων των ατόμων που υπέστησαν τις αγριότητες. Έφτασε μάλιστα ένα βίντεο στο γιου τιουμπ να ξεπεράσει τις 250.000 (διακόσιες πενήντα χιλιάδες θεάσεις) κάτι που εννοείται πως δεν σημαίνει ότι ανυψώνει τόσο αυτούς που το ανέβασαν όσο και τους πρωταγωνιστές του «έργου».


Δεν θα αναλύσω κάτι που είναι ήδη άρρηκτα συνδεδεμένο με το αναρχικό ήθος, το ότι δηλαδή οι πρακτικές του λυντσαρίσματος, της διαπόμπευσης και του ρεβανσισμού δεν έχουν καμμία σχέση με την αναρχία, καθώς και με τις ιδέες και τις πρακτικές της απελευθέρωσης.

Μπορεί να είναι «κουραστική», ενοχλητική θα έλεγα, για ορισμένους η επίμονη αντίθεσή μου σε τέτοια φαινόμενα, αλλά όσο αυτά θα επαναλαμβάνονται και όσο τίποτα δεν δείχνει ότι υπάρχει περίπτωση για ουσιαστική μεταστροφή από τη βορβορώδη λογική και πρακτική, οι τοποθετήσεις θα συνεχίζονται όχι, βέβαια, για να εγγίσουν αυτούς που συνειδητά κωφεύουν και προωθούν τέτοιες λογικές, αλλά για όσους ο αυτοσεβασμός εξακολουθεί να υπάρχει σαν ουσιαστικό στοιχείο και το αναρχικό ήθος εξακολουθεί να συμπορεύεται με την αναρχική απελευθερωτική σκέψη και πράξη.

Κλείνω αυτό το εισαγωγικό θυμίζοντας πως κάποιοι θυμώνουν, οργίζονται και αγανακτούν για τις δημοσιεύσεις φωτογραφιών ξυλοδαρμένων ανθρώπων που έχουν συλληφθεί, διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους για την δημοσίευση φωτογραφιών από την ΕΛ.ΑΣ, αλλά σιωπούν εμπρός σε ανάλογες καταστάσεις.

Το ουσιώδες ερώτημα παραμένει: Η διαπόμπευση όταν την κάνουν ή την ανέχονται οι αυτοχαρακτηριζόμενοι ως αγωνιστές ή αναρχικοί είναι πράξη απελευθερωτική, ενώ όταν την κάνει το κράτος είναι αποκρουστική και εξοργίζει; Αυτά δεν έχουν καμμία σχέση με την αναρχία ούτε με την απελευθέρωση. Είναι πράξεις απεχθείς και βαθύτατα εξουσιαστικές.

Όσο για το επιχείρημα του ότι είναι κάποιοι φασίστες, αυτό δεν έχει πέραση. Επειδή είναι άλλο να αντιδρά κάποιος όταν γίνεται ρατσιστική επίθεση κι άλλο να γίνεται ομαδική επίθεση σε κάποιον λόγω ενδυμασίας ή εμφάνισης, άσχετα αν τελικά αποδειχθεί πως είναι υποστηρικτής ακροδεξιού κόμματος. Δεν συζητώ επ’ ουδενί τις περιπτώσεις προγραφών ατόμων, δηλαδή τσεκάρισμα ότι ανήκει σε κάποιο κόμμα και γι’ αυτή του την επιλογή να γίνεται στόχος επιθέσεων και λυντσαρίσματος.

Όλα αυτά που υποστηρίζω δεν είναι δημοκρατικές ευαισθησίες. Είναι ουσιαστικά συστατικά της αναρχικής άποψης, είναι στάση ζωής.

Το καθοριστικό ζήτημα που τίθεται είναι κατά πόσον οι δράστες αυτών των ενεργειών, όσο και εκείνοι που τις προωθούν ή σιωπούν χαρακτηριστικά, όταν εκδηλώνονται, είναι ικανοί να υποστούν και τις πραγματικές συνέπειες αυτής τους της στάσης. Ίδωμεν…

Εν προκειμένω, αναδημοσιεύω κείμενο, σχετικό με ανάλογη δραστηριότητα διαπόμπευσης, που δημοσιεύτηκε στην αναρχική εφημερίδα ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φύλλο 106, Ιούνιος 2011.

Η.Α]

***

ΑΣΚΗΣΕΙΣ «ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ» ΔΙΑΠΟΜΠΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

«Εκατό λεπροί λοιπόν, παραμορφωμένοι, με δέρμα φθαρμένο και κάτασπρο, στηριγμένοι στα δεκανίκια τους, ενώ τα κρόταλα τρίζουν, συνωθούνται μπροστά στην πυρά και κάτω από τα πρησμένα τους βλέφαρα και τα κατακόκκινα μάτια τους απολαμβάνουν το θέαμα.

Ο Υβαίν, ο πιο αποκρουστικός άρρωστος, φώναξε στον βασιλιά με οξεία φωνή: Κύριε, θέλεις να ρίξεις τη γυναίκα σου σε τούτη την πυρά· θα είναι η δικαιοσύνη καλή, αλλά πολύ σύντομη. Η μεγάλη αυτή φωτιά θα την κάψει γρήγορα και ο δυνατός αέρας γρήγορα θα σκορπίσει τη στάχτη. Και όταν σε λίγο η φλόγα θα σβήσει, ο πόνος της θα τελειώσει. Θέλεις να σου δείξω χειρότερη τιμωρία, έτσι ώστε να ζήσει, αλλά με μεγάλη ντροπή, επιθυμώντας πάντα το θάνατο; Θέλεις βασιλιά;

Ο βασιλιάς απάντησε:

-Ναι στη ζωή γι’ αυτήν, αλλά με μεγάλη ντροπή, ζωή χειρότερη κι από το θάνατο. Όποιον μου δείξει ένα τέτοιο βασανιστήριο, θα τον αγαπώ περισσότερο.

-Κύριε, θα σου πω τη σκέψη μου με συντομία. Βλέπεις, έχω εδώ εκατό συντρόφους. Δώσε μας τη Ιζόλδη, να τη μοιραστούμε! Η κακία ζωντανεύει τις επιθυμίες μας. Δώσε την στους λεπρούς. Ποτέ γυναίκα δεν θα έχει χειρότερο τέλος. Βλέπεις, τα κουρέλια μας είναι κολλημένα στις πληγές μας που τρέχουν. Αυτή που κοντά σου απολάμβανε πλούσια υφάσματα επενδυμένα με προβιές, κοσμήματα, αίθουσες στολισμένες με μάρμαρο, αυτή που απολάμβανε τα καλά κρασιά, την τιμή και τη χαρά, όταν θα δει την αυλή των λεπρών της, όταν θα χρειαστεί να μπει στις τρώγλες μας και να κοιμηθεί μαζί μας, τότε, η Ιζόλδη η όμορφη, η ξανθιά, θα αναγνωρίσει το αμάρτημά της και θα νοσταλγήσει τούτη την ωραία φωτιά από αγκάθια.

Ο βασιλιάς τον ακούει, σηκώνεται και μένει ακίνητος πολύ ώρα. Τέλος, τρέχει προς τη βασίλισσα και την πιάνει από το χέρι. Αυτή φωνάζει: «Έλεος, κύριε, κάψτε με καλύτερα, κάψτε με».

Ο βασιλιάς τη σηκώνει, ο Υβαίν την πιάνει και οι εκατό άρρωστοι σπρώχνονται γύρω της. Ακούγοντάς τους να φωνάζουν και να ουρλιάζουν, όλες οι καρδιές λιώνουν από έλεος, αλλά ο Υβαίν είναι χαρούμενος, η Ιζόλδη φεύγει, ο Υβαίν την παίρνει μαζί του. Έξω από την πόλη κατεβαίνει η απαίσια πομπή…».

(απόσπασμα από την τρομερή διήγηση του Beroul)

Οι λέξεις «διαπόμπευση», «στιγματισμός», «στίγμα», «προγραφή», συνώνυμες του εξευτελισμού, της διάκρισης, της απαξίωσης του «διαφορετικού», του «εγκληματικού», του «παρεκκλίνοντος», του «επικίνδυνου», του «νοσηρού» ή του «μιαρού» είναι λέξεις βγαλμένες από το λεξιλόγιο της εξουσίας. Σε κάθε εποχή, όπου γης.

Στην αρχαία Ελλάδα σημάδευαν τους δούλους για να τους διακρίνουν από τους «ελεύθερους», στην Αρχαία Ρώμη οι προγραφές σημάδευαν τους μελλοθάνατους πριν οι αρένες αντηχήσουν από τις επευφημίες των θεατών που διψούσαν για αίμα, στον Μεσαίωνα σημάδευαν τους «εγκληματίες» ή γενικότερα τους «παρεκκλίνοντες» και ιδιαίτερα τις γυναίκες (με κάθε πρόσχημα) με πυρακτωμένο σίδερο, οι εβραίοι υποχρεώνονταν, πολύ πριν επικρατήσουν οι ναζί, να φέρουν το διακριτικό άστρο, το ίδιο και ασθενείς με ορατά σημάδια, όπως λέπρα ή σύφιλη. Ομοφυλόφιλοι, «κοινές» ή βιασμένες γυναίκες, τσιγγάνοι, αντικαθεστωτικοί κάθε είδους, έχουν γνωρίσει τι σημαίνουν αυτές οι λέξεις όχι μέσα από τα βιβλία της ιστορίας, αλλά γευόμενοι στο πετσί τους την κτηνωδία και τους εξευτελισμούς, που τους πρόσφερε «δικαιωματικά» κάθε εξουσία.

Κάθε είδους πογκρόμ ξεσπούσε, όταν έπεφτε η κάθε είδους αυλαία της κοινωνικής διαπόμπευσης στην οποία προέτρεπε η εξουσία ή τουλάχιστον κάθε φορά σημαντικές μερίδες της. Τα σπίτια των «ενοχλητικών» σημαδεύονταν, το ίδιο και τα μαγαζιά τους ή οι τόποι όπου σύχναζαν. Πρώτα η διαπόμπευση, πρώτα ο στιγματισμός για όλα τα κοινωνικά δεινά ή ακόμα και τις φυσικές καταστροφές και ύστερα ακολουθούσαν τα φρικτά πογκρόμ. Τα σοβιετικά καθεστώτα έστειλαν στα ψυχιατρεία ή στα γκουλάγκ εκατομμύρια διαφωνούντες, αφού πρώτα διαπόμπευσαν τους «εχθρούς του λαού», χλευάζοντας, διασύροντας και κατασυκοφαντώντας τους. Αυτή ήταν η τύχη που επιφυλασσόταν για τους αιρετικούς, τις μάγισσες, τους εβραίους, τους τσιγγάνους τις μοιχαλίδες ή τους επαναστάτες.

Ο Πλούταρχος αναφερόμενος στην διαπόμπευση των μοιχαλίδων αρχαίων Παγανιστριών, περιέγραφε την σκηνή όπου η μοιχαλίδα οδηγούνταν πάνω σε λίθο ώστε να είναι δυνατόν να την βλέπουν όλοι, ενώ στην συνέχεια την ανέβαζαν σε ένα γαϊδούρι και τη διαπόμπευαν σε όλη την πόλη, ακολουθώντας κυκλική διαδρομή για να επιστρέψει τελικά η πομπή στο αρχικό σημείο. Έτσι η μοιχαλίδα Παγανίστρια θεωρούνταν «άτιμη» και την αποκαλούσαν «Ονοβάτιν», επειδή την διαπόμπευσαν πάνω σε γάιδαρο (Ελλην. τ. 2): «των γυναικών την επί μοιχεία ληφθείσαν αγαγόντος εις αγοράν, επί λίθον τινός εμφανή πάσι καθίστασαν? είτα ούτως ανεβίβαζον επί όνου και την πόλιν κύκλω περιαχθείσαν έδει πάλι, επί τον αυτόν λίθον καταστήναι, και το λοιπόν άτιμον διατελείν, Ονοβάτιν προσαγορευομένην».

Είναι φανερή η διάθεση εξευτελισμού και στιγματισμού των γυναικών που διαπομπεύονταν, αλλά με έναν τρόπο όπου διευκολύνονταν η ενεργή συμμετοχή των πολιτών. Οι γυναίκες, λοιπόν, αυτές δεν έπρεπε απλά να τιμωρηθούν γιατί ήταν φορέας συνηθειών, αξιών ή νοοτροπιών που παρέκκλιναν από αυτές που επέβαλλε ή ανεχόταν η εξουσία. Δεν έφθανε, με άλλα λόγια, να τιμωρηθούν και η τιμωρία που θα τους επιβαλλόταν απλά να μαθευτεί, να ακουστεί δηλαδή στόμα με στόμα ή με γραπτό τρόπο. Έπρεπε όλοι να «δουν». Γι’ αυτό και η διαπόμπευση υπερβαίνει κατά πολύ την τιμωρία, αφού την μπολιάζει με το στοιχείο της ταπείνωσης, του εξευτελισμού και, ακόμα παραπάνω, του στιγματισμού.

Στο Βυζάντιο διαπομπεύονται οι κλέφτες, οι δειλοί, οι μέθυσοι, οι μοιχοί και όσοι θεωρούνται προδότες, χωρίς να εξαιρούνται από την διαδικασία αυτή άνθρωποι που είχαν χρήματα ή εξουσία. Η διαπόμπευση σήμαινε και πάλι, την περιαγωγή (το συγύρισμα), όσων τιμωρούνταν καθισμένων συνήθως ανάποδα σε έναν γάιδαρο σε δρόμους και πλατείες είτε και σε αμφιθέατρα και στον ιππόδρομο, όπου οι θεατές συμμετείχαν, πετώντας σε όσους διαπομπεύονταν, περιττώματα ζώων ή πατσαβούρες.

Η διαπόμπευση («είδα τις πομπές σου») που τόσο συχνά η Βυζαντινή εξουσία προσέφερε στον όχλο τον μεσαίωνα και ιδιαίτερα στην Κρήτη ήταν γνωστή και ως γιβέντισμα (είτε από το γαλλικό gibet=σταυρός, είτε από το τουρκικό guvenmek=εξευτελίζω). Ας συγκρατήσουμε ακόμη ότι η διαδικασία της διαπόμπευσης προβλεπόταν νομικά, όπως αποδεικνύεται από τις ποινές που όριζαν οι «Νεαρές» του Ιουστινιανού. Και στην περίπτωση, λοιπόν, των Βυζαντινών στόχος είναι ο εξευτελισμός του διαπομπευόμενου, που επιτυγχανόταν πολλές φορές με το δημόσιο κούρεμά του («άστον να κουρεύεται», δηλαδή του αξίζει η διαπόμπευση, το κούρεμα), το «στόλισμα» του με κουδούνια, το μουτζούρωμα του προσώπου του με φούμο (χρησιμοποιούσαν την ασβόλη, «τον αποσβόλωσαν») τα χτυπήματα που δεχόταν, ο στιγματισμός του κυριολεκτικά με πυρακτωμένο σίδερο, ενώ προβλεπόταν ακόμη και η τύφλωση του, διαδικασία που «απολάμβανε» το κοινό που ειδοποιούνταν από τον ήχο της καμπάνας ή τον ήχο από το βούκινο (εξ ου και η φράση που φθάνει μέχρι τις ημέρες μας, «τον έκανε βούκινο»).

Ο όρος λοιπόν «στίγμα» ή οι πρακτικές του «στιγματισμού», αλλά και οι κάθε είδους πρακτικές διαπόμπευσης ανήκαν και συνεχίζουν να ανήκουν στο κόσμο της κυριαρχίας. Τα «σημάδια» που αφήνει κάθε πρακτική διαπόμπευσης, όχι μόνο δεν θα πρέπει να αποτελούν ζητούμενο, έστω και υπό όρους (!!!), απ’ όσους αγωνίζονται για έναν κόσμο ελεύθερο και ανεξούσιο, αλλά η εξάλειψή τους θα πρέπει να αποτελεί σταθερό και αδιαπραγμάτευτο σημείο αναφοράς για εκείνους που ορίζουν με τέτοιο τρόπο την θέση τους στο πλευρό των καταπιεσμένων και εκμεταλλευομένων ανθρώπων. Μήπως, όμως, αναρωτιούνται ή ακόμα και ισχυρίζονται κάποιοι, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι λόγου χάρη οι νεοναζί, ή οι ρατσιστές ή όσοι χτυπούν μετανάστες αξίζουν την «κοινωνική διαπόμπευση»;(1)

Η απάντηση μας είναι, χωρίς καμία επιφύλαξη, αρνητικότατη. Κανένας σκοπός δεν αγιάζει κανένα επαίσχυντο μέσο. Μήπως άλλωστε και οι εξουσιαστές τα ίδια επιχειρήματα δεν εκφέρουν, όταν αντιμετωπίζουν διαφόρων ειδών αντιρρήσεις για τα μέσα που χρησιμοποιούν; Όμως τα μέσα χαρακτηρίζουν εκείνον που τα υιοθετεί. Η «κοινωνική» διαπόμπευση, όχι μόνο απέχει από οποιαδήποτε απελευθερωτική πρακτική, αλλά, δυστυχώς, για όσους την επικαλούνται (θέλουμε να πιστεύουμε ατυχώς ή από υπερβάλλοντα ζήλο) αναπαράγει τον σκληρό πυρήνα της ιδεολογίας της κυριαρχίας: τις κάθε είδους διακρίσεις και την καταστολή του «διαφορετικού», του «αλλότριου» ή του «εχθρικού».

Και είναι προφανές, τουλάχιστον για εμάς, ότι δεν σκοπεύουμε να καταστείλουμε τους ρατσιστές, ούτε τον ρατσισμό. Κάθε προσπάθεια καταστολής προϋποθέτει την αποδοχή των εξουσιαστικών σχέσεων, άρα και την συγκρότηση μηχανισμών, την διεκδίκηση μερίδας της εξουσίας (επαναστατικής ή μη), την διεκδίκηση ζωτικών χώρων, την αναγνώριση από την κοινωνία ή την εξουσία της ιδιαίτερης αρμοδιότητας(, λόγου χάρη, επαναστατικής διαχείρισης ενός ζητήματος, όπως του μεταναστατευτικού. Φυσικά και δεν ανεχόμαστε τις πρακτικές των ρατσιστών ή των νεοναζί. Φυσικά και πολεμάμε με όλες μας τις δυνάμεις με συνέπεια και αποφασιστικότητα ενάντια στο κράτος και σε κάθε θεσμό και μηχανισμό αναπαραγωγής κάθε διάκρισης ανάμεσα στους ανθρώπους, κάθε διαχωρισμού που τους επιβάλλεται από τους κυρίαρχους.

Θα το ξαναπούμε. Κάθε είδους διαπόμπευση, δηλαδή η συστηματική χρήση των πρακτικών, που έχουν περιγραφεί πιο πάνω, σημαίνει άσκηση εξουσίας. Ο «στιγματισμός» και η «κοινωνική διαπόμπευση» νεοναζί ή ρατσιστών ή γενικά κατοίκων, νεαρών ή μη, που χτυπούν μετανάστες για να «καθαρίσουν» την γειτονιά τους από την εγκληματικότητα ως τρόπος αντιμετώπισης τους, δεν μπορεί να γίνεται αποδεκτός από τους αναρχικούς. Όπως ακριβώς δεν μπορεί να γίνεται αποδεκτός ο βασανισμός ή φυλάκισή τους. Ας σκεφτούμε την γενίκευση του προτάγματος της «κοινωνικής διαπόμπευσης» και πού θα μπορούσε να οδηγήσει: ένας νεαρός κλέβει από ένα σούπερ-μάρκετ, οι γείτονες που τον γνωρίζουν οργανώνουν πορεία έξω από την κατοικία του διαπομπεύοντας τον και φωνάζοντας συνθήματα όπως λόγου χάρη «έξω ο κλέφτης από την γειτονιά» ή κολλώντας αφίσες με το όνομα ή γράφοντας συνθήματα έξω από το σπίτι του. Το ίδιο «φανταστικό» σενάριο θα μπορούσε να ισχύει ακόμα στην περίπτωση που κάποιος κατηγορηθεί ή φωτογραφηθεί ως «τρομοκράτης», όταν και πάλι εκατό γείτονες του, αφού πρώτα κολλήσουν αφίσες με το όνομα και την φωτογραφία του, κάνουν πορεία έξω από το σπίτι του ζητώντας να φύγουν οι «τρομοκράτες» από την γειτονιά… Το ίδιο, βέβαια, θα μπορούσαν να κάνουν κάτοικοι μιας πολυκατοικίας ζητώντας την απομάκρυνση ενοίκου που έχει AIDS, ή όπως γινόταν παλιότερα, ζητώντας την απομάκρυνση κάποιας γυναίκας «ελευθερίων ηθών».

Ευελπιστούμε, λοιπόν, ότι απλά τέτοιες πρακτικές αποτελούν λάθος και όχι προϊόν ώριμης σκέψης, ανάλυσης και τελικά εμπεριστατωμένης «αναρχικής» άποψης.

Ειδάλλως, ο καθείς και οι ευθύνες του, για ό,τι προκύψει κοινωνικά με τέτοια προτάγματα και μάλιστα σε τέτοιες εκρηκτικές συνθήκες, όπου η εξουσία καλλιεργεί την όξυνση των αντιθέσεων ανάμεσα σε κοινωνικές ομάδες και γενικότερα ανθρώπους που φυσικά δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν.

 Συσπείρωση Αναρχικών

1. Το κείμενο αυτό γράφεται με αφορμή την «κοινωνική διαπόμπευση» δύο κατοίκων του Κορυδαλλού στην οποία προχώρησαν σύμφωνα με ανακοίνωσή τους «Αναρχικοί, αντιεξουσιαστές, ελευθεριακοί από τις δυτικές συνοικίες», όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρεται: «Για το λόγο αυτό επιλέξαμε την κοινωνική διαπόμπευση τους με συγκέντρωση έξω από τα σπίτια τους και πορεία στην τριγύρω περιοχή για την αποκάλυψη και αναχαίτιση των άθλιων δραστηριοτήτων τους».

http://anarchypress.wordpress.com

love is the basis of our revolution
filosofos
Forum Addict
*****
Αποσυνδεδεμένος Αποσυνδεδεμένος

Μηνύματα: 627



WWW
« Απάντηση #1 στις: Ιούλιος 06, 2013, 08:06:50 μμ »


Λυντσάρισμα: Απέχθεια και Καταισχύνη!
[Απέχθεια και καταισχύνη, είναι δύο λέξεις που ταιριάζουν στα όσα συνέβησαν (για μία ακόμη φορά) κατά την διάρκεια της συγκέντρωσης και πορείας αλληλεγγύης (που έλαβε χώραν το Σάββατο 29 Ιουνίου) που συνοδεύτηκαν με λυντσαρίσματα, πλιάτσικο, φέρμα και ληστεία χρηματικού ποσού, βιντεοσκοπήσεις των «δρώμενων» και αναρτήσεις στο διαδίκτυο φωτογραφιών και ταυτοτήτων των ατόμων που υπέστησαν τις αγριότητες. Έφτασε μάλιστα ένα βίντεο στο γιου τιουμπ να ξεπεράσει τις 250.000 (διακόσιες πενήντα χιλιάδες θεάσεις) κάτι που εννοείται πως δεν σημαίνει ότι ανυψώνει τόσο αυτούς που το ανέβασαν όσο και τους πρωταγωνιστές του «έργου».


Δεν θα αναλύσω κάτι που είναι ήδη άρρηκτα συνδεδεμένο με το αναρχικό ήθος, το ότι δηλαδή οι πρακτικές του λυντσαρίσματος, της διαπόμπευσης και του ρεβανσισμού δεν έχουν καμμία σχέση με την αναρχία, καθώς και με τις ιδέες και τις πρακτικές της απελευθέρωσης.

Μπορεί να είναι «κουραστική», ενοχλητική θα έλεγα, για ορισμένους η επίμονη αντίθεσή μου σε τέτοια φαινόμενα, αλλά όσο αυτά θα επαναλαμβάνονται και όσο τίποτα δεν δείχνει ότι υπάρχει περίπτωση για ουσιαστική μεταστροφή από τη βορβορώδη λογική και πρακτική, οι τοποθετήσεις θα συνεχίζονται όχι, βέβαια, για να εγγίσουν αυτούς που συνειδητά κωφεύουν και προωθούν τέτοιες λογικές, αλλά για όσους ο αυτοσεβασμός εξακολουθεί να υπάρχει σαν ουσιαστικό στοιχείο και το αναρχικό ήθος εξακολουθεί να συμπορεύεται με την αναρχική απελευθερωτική σκέψη και πράξη.

Κλείνω αυτό το εισαγωγικό θυμίζοντας πως κάποιοι θυμώνουν, οργίζονται και αγανακτούν για τις δημοσιεύσεις φωτογραφιών ξυλοδαρμένων ανθρώπων που έχουν συλληφθεί, διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους για την δημοσίευση φωτογραφιών από την ΕΛ.ΑΣ, αλλά σιωπούν εμπρός σε ανάλογες καταστάσεις.

Το ουσιώδες ερώτημα παραμένει: Η διαπόμπευση όταν την κάνουν ή την ανέχονται οι αυτοχαρακτηριζόμενοι ως αγωνιστές ή αναρχικοί είναι πράξη απελευθερωτική, ενώ όταν την κάνει το κράτος είναι αποκρουστική και εξοργίζει; Αυτά δεν έχουν καμμία σχέση με την αναρχία ούτε με την απελευθέρωση. Είναι πράξεις απεχθείς και βαθύτατα εξουσιαστικές.

Όσο για το επιχείρημα του ότι είναι κάποιοι φασίστες, αυτό δεν έχει πέραση. Επειδή είναι άλλο να αντιδρά κάποιος όταν γίνεται ρατσιστική επίθεση κι άλλο να γίνεται ομαδική επίθεση σε κάποιον λόγω ενδυμασίας ή εμφάνισης, άσχετα αν τελικά αποδειχθεί πως είναι υποστηρικτής ακροδεξιού κόμματος. Δεν συζητώ επ’ ουδενί τις περιπτώσεις προγραφών ατόμων, δηλαδή τσεκάρισμα ότι ανήκει σε κάποιο κόμμα και γι’ αυτή του την επιλογή να γίνεται στόχος επιθέσεων και λυντσαρίσματος.

Όλα αυτά που υποστηρίζω δεν είναι δημοκρατικές ευαισθησίες. Είναι ουσιαστικά συστατικά της αναρχικής άποψης, είναι στάση ζωής.

Το καθοριστικό ζήτημα που τίθεται είναι κατά πόσον οι δράστες αυτών των ενεργειών, όσο και εκείνοι που τις προωθούν ή σιωπούν χαρακτηριστικά, όταν εκδηλώνονται, είναι ικανοί να υποστούν και τις πραγματικές συνέπειες αυτής τους της στάσης. Ίδωμεν…



τα συναισθηματα του ανθρωπου μεταβαλλονται αναλογα με το ποιος τρωει φαπες.     ο αριστερος εχει τα ιδια αρχεγονα ενστικτα με εναν δεξιο για αυτο βαζω το χερι μου στην φωτια

ΟΙ ΦΑΣΙΣΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΜΟΝΑΔΙΚΑ ΖΩΑ ΣΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ ΠΟΥ ΞΥΡΙΖΟΥΝ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΤΟΥΣ..
Σελίδες: [1]   Πάνω
  Εκτύπωση  
 
Μεταπήδηση σε: